Το νομοσχέδιο για τους συνεταιρισμούς που ψηφίστηκε κατά πλειοψηφία στη βουλή και καταψήφισε το ΜέΡΑ25 αποτελεί ουσιαστικά μία ελληνική πρωτοτυπία, μία ελληνική πατέντα. Δεν είναι ούτε συνεταιρισμός ούτε ανώνυμη εταιρεία. Δεν ανταποκρίνεται στο συνεταιριστικό πνεύμα. Αυτό μάλιστα τονίστηκε από τον ίδιο το  διευθυντής της Διεθνούς Συνεταιριστικής Συμμαχίας, ICA, Μπρούνο Ρόουλανς, η οποία ιδρύθηκε το 1895 και είναι η μεγαλύτερη μη κυβερνητική οργάνωση τον κόσμο για το συνεταιρίζεσθαι.

Το ελληνικό νομοσχέδιο περί συνεταιρισμών, μας είπε, αποκαλεί «συνεταιρισμούς» κάτι που δεν είναι συνεταιρισμός κατά τα διεθνή δεδομένα και πρότυπα. Δε διατηρεί το  χαρακτήρα τους και τους μετατρέπει   σε κεφαλαιουχικές εταιρείες,  αφού προωθεί την ιδιωτικοποίηση από  την πίσω πόρτα, δίδοντας σε ιδιώτες επενδυτές τη δυνατότητα να συμμετέχουν μέχρι το 35% του κεφαλαίου τους.

Εάν το κεφάλαιο από εξωτερικές πηγές γίνει η κύρια πηγή χρηματοδότησης των συνεταιρισμών, τα μέλη του συνεταιρισμού κινδυνεύουν να χάσουν τον έλεγχο των συνεταιρισμών από αυτούς τους ιδιώτες επενδυτές. Το νομοσχέδιο και με τη διάταξη αυτή δεν δημιουργεί προϋποθέσεις και συνθήκες εμπιστοσύνης, ώστε να συμπράξουν και να συνεταιριστούν οι παραγωγοί. Το συνεταιριστικό κεφάλαιο είναι ουσιαστικά φιλοσοφικό κεφάλαιο, άρα ασύμβατο με κεφάλαια επενδυτών. Το σημείο-κλειδί στους συνεταιρισμούς είναι η συνεργασία, αλλά στην Ελλάδα δεν έχουμε μάθει ούτε από την παιδεία μας ούτε από την κοινωνία μας τη βαθύτερη έννοια της συνεργασίας και έτσι θεωρούμε ότι το νομοσχέδιο αυτό δεν πρόκειται ουσιαστικά να έχει θετικά αποτελέσματα για τους αγρότες μας. Η πολιτεία έχει οδηγήσει διαχρονικά τους αγρότες να λένε και να προτρέπουν τα παιδιά τους «Μάθε, παιδί μου, γράμματα, να μη γίνεις αγρότης σαν εμένα».

Ένα άλλο πρόβλημα για τους συνεταιρισμούς είναι τα πολλά συναρμόδια Υπουργεία, βάσει του νομοσχεδίου της ΝΔ,  γεγονός που δημιουργεί  γραφειοκρατία και συνήθως διαφθορά και απαξίωση των συνεταιρισμών και στη λειτουργία τους, αλλά και ως ιδέα. Όταν απαξιωθεί, μάλιστα, αυτή η πραγματική ιδέα του συνεταιρίζεσθαι, τότε τον αγοράζουν ιδιώτες, στους οποίους δίνει αυτό το δικαίωμα το νομοσχέδιο και έτσι δημιουργείται μία συμβολαιακή γεωργία και έλεγχος τόσο των αγροτών, όσο και της αγοράς, από λίγους.

Πηγές χρηματοδότησης των συνεταιρισμών πρέπει να είναι τα ίδια τα μέλη του συνεταιρισμού, άλλοι συνεταιρισμοί, άλλα συνεταιριστικά χρηματοπιστωτικά ιδρύματα, κοινωνικά ομόλογα και κοινωνικοί επενδυτές -«social investors»-  και τρίτοι εμπορικοί δανειστές και χρηματοπιστωτικές αγορές. Όμως, αυτό προϋποθέτει γνώσεις.

Το νομοσχέδιο περαιτέρω δεν απαντά σε βασικά ερωτήματα, όπως πώς θα πείσουμε νέους αγρότες να μπουν σε συνεταιρισμούς, τι κίνητρα τους δίνουμε, πώς θα εκπαιδεύσουμε τους νέους αγρότες, αλλά και τους μεγαλύτερους σε ηλικία. Επίσης δε δίνονται κίνητρα για την προώθηση των προϊόντων στα ξενοδοχεία, ούτε για την  «πράσινη» ανάπτυξη, για παράδειγμα, για ανακύκλωση υπολειμμάτων και «πράσινες» μεταφορές.

Επίσης ένα άλλο μεγάλο ζήτημα στο γενικότερο πλαίσιο της Κοινής Αγροτικής Πολιτικής, είναι ότι επιδοτούνται  εκτάσεις και όχι ποιοτικά προϊόντα.

Το 2018, στον Νομό Ηρακλείου , το αγροτικό εισόδημα ήταν 64 εκατομμύρια ευρώ. Από αυτά, τα 59 εκατομμύρια ευρώ ήταν επιδοτήσεις και τα 5 εκατομμύρια ευρώ πραγματική παραγωγή. Για ποια, λοιπόν, παραγωγή μιλάμε και για ποιους συνεταιρισμούς; Επιδοτήσεις παράγουμε και όχι προϊόντα.

Μερικά από τα δίκαια αιτήματα που στηρίζουμε ως «ΜέΡΑ25» για τους αγρότες είναι οι τιμές των αγροτικών προϊόντων που θα καλύπτουν το κόστος παραγωγής, θα ανταποκρίνονται στα ποιοτικά χαρακτηριστικά προϊόντα και θα διασφαλίζουν εισόδημα επιβίωσης με αξιοπρέπεια για τους αγρότες και η μείωση του κόστους παραγωγής.

Εμείς ζητάμε,  να αρθεί αμέσως η απαράδεκτη κυβερνητική απόφαση, με την οποία ουσιαστικά αποκλείονται από την παραγωγή τσίπουρου χιλιάδες μικροί αμπελοκαλλιεργητές και οδηγούνται στο ξερίζωμα. Επίσης, να αποπληρωθούν άμεσα οι παραγωγοί που ζημιώθηκαν εξαιτίας του εμπάργκου από τη  Ρωσία, αλλά και των  ελαιοπαραγωγών από την καταστροφή του ελαιόλαδου.

Η θέση του ΜέΡΑ25 ασφαλώς είναι να υποστηριχθούν η σωστή λειτουργία των συνεταιρισμών και να υπάρχει μία καθετοποίηση του αγροτικού προϊόντος από τη σπορά μέχρι και τη διανομή του στη λιανική πώληση, ούτως ώστε να παρακάμπτονται οι μεσάζοντες χονδρέμποροι και να νέμονται ουσιαστικά την υπεραξία του μόχθου τους οι ίδιοι οι αγρότες. Αυτό προϋποθέτει εκπαίδευση, εκπαίδευση, εκπαίδευση σε όλες τις βαθμίδες.

 Δυστυχώς από  το συγκεκριμένο νομοσχέδιο απουσιάζει η εθνική στρατηγική για την στήριξη του αγροτικού τομέα. Το κυριότερο  όλων  είναι ότι  η Ευρωπαϊκή Ένωση δεν έχει αντιληφθεί ότι πρώτα πρέπει  να καταναλώνει τα  δικά της προϊόντα με δίκαιες και  βιώσιμες τιμές για τους παραγωγούς  και  ύστερα  να εισάγει από τρίτες χώρες.